Μια σεμνή ιστορία


Η ώρα για ψυχανάλυση γιατρέ αναγνώστη μου; Ποιος ξέρει. Μόνα τους χτυπάνε τούτα δω τα πλήκτρα και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι αυτό. Η πρώτη και ίσως τελευταία φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο στον δικτυακό τούτο τόπο μου. Θα το κρατήσω ως ταυτότητα για το μέλλον. Για φωτογραφία.

Γεννήθηκα το 1981, εν μέσω της έκρηξης του νεο "σοσιαλιστικού" ελληνικού οράματος, κάποιων ισχυρών σεισμών τόσο στις γήινες πλάκες όσο και στις αγορές του κόσμου από την εισβολή των νέων τεχνολογιών και της νέας τάσης υπερκατανάλωσης. Σε μια υποβαθμισμένη περιοχή κοντά στο κέντρο της Αθήνας έτυχε να γεννηθώ, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της δυτικής Αθήνας έτυχε να ζω και να μεγαλώνω. Υποβαθμισμένη δηλαδή σε σχέση με τις προσδοκίες ενός ανθρώπου και όχι σε σχέση με τις υπόλοιπες εξίσου άθλιες περιοχές της δυτικής Αθήνας. Σαν παραμύθι μπορώ να θυμηθώ, μακαρίζοντας παράλληλα την τύχη, τις στιγμές που χτύπαγα μια μπάλα στο δάπεδο μιας παλιάς παραδοσιακής αυλής σε μια μονοκατοικία στον Κολωνό. Τουλάχιστον εγώ πρόλαβα τις μονοκατοικίες με τις δεντροφυτεμένες και ανθοστόλιστες αυλές, θέαμα που πλέον μόνο στα ματαιόδοξα βόρεια προάστεια βλέπει κανείς. Από τα έντονα πράγματα που θυμάμαι είναι μια παλιά πράσινη μπασκέτα καρφωμένη στον τοίχο της αυλής και μένα να προσπαθώ να μιμηθώ τους πρωταθλητές ευρώπης του 87. Κάποιος γίνεται τελικά ψηλός από το μπάσκετ, ή επειδή είναι ψηλός ασχολείται με το μπάσκετ; Ποτέ δεν έλυσα αυτό τον ανούσιο γρίφο. Τα πρώτα συνομίληκα πρόσωπα που θυμάμαι να με κάνουν παρέα σε εκείνη την προσχολική ηλικία είναι 2 κοριτσάκια, η Αιμιλία και η Γιάννα που έμεναν ακριβώς απέναντι σε κάτι μπαλκόνια και ζήλευαν την αυλή μου. Το σημαντικότερο πράγμα που θυμάμαι από αυτές τις συναναστροφές είναι η ανταλλαγή κάτι παιδικών σφραγίδων και δροσοσταλίδων. Και όμως, μπορεί να έχω καταχωνιασμένα στο ασυνείδητο και άλλα σημαντικότερα πράγματα, αλλά ποιος ξέρει, ασυνείδητο είναι αυτό.

Περιστασιακά θυμάμαι τον εαυτό μου επίσης σε περιοδικές εκδρομές στην Πελοπόννησο κατά κύριο λόγο, μιας και εκεί έτυχε να δώσουν έμφαση στο επάγγελμα του παραγγελιοδόχου (πλασιέ) φωτογραφικών εργασιών οι γονείς μου. Αργότερα έμαθα ότι το επάγγελμα αυτό ήταν παράδοση στην ορεινή Ναυπακτία από όπου καταγόταν ο πατέρας μου και ότι ο Καρκαβίτσας το αναλύει διεξοδικά στον "Ζητιάνο" του. Πρέπει να είναι άξιο ανάλυσης το ότι οι άνθρωποι που κατάγονταν από μια συγκεκριμένη περιοχή επιδίδονταν κατ'εξακολούθηση στο επάγγελμα του πλανώδιου παραγγελιοδόχου. Δεν έγιναν ξακουστοί για την τέχνη τους να φτιάχνουν τεντζέρηδες, ούτε για τα αγροτικά τους προϊόντα. Έγιναν ξακουστοί για την ικανότητά τους να πουλάνε εμπορεύματα και υπηρεσίες σε αγνώστους γνωρίζοντας την ιδιοτροπία της κάθε γειτονιάς και του πιο μικρού χωριού της Ελλάδας. Απίστευτες ιστορίες θυμάμαι ακόμα από τις αφηγήσεις του μακαρίτη του πατέρα μου. Κάποια άλλη στιγμή ίσως σας τις πω. Και μεγαλώνω...

Ώρα για σχολείο: "Δεν θα σε στείλω εγώ σε αυτή την τρώγλη, κοίτα είναι έτοιμο να πέσει το κτήριο, γεμάτο ρωγμές!" γύρισε και μου είπε η μάνα μου όταν αντίκρυσε το δημοτικό σχολείο που επρόκειτο να με στείλουν. Εγώ μπορεί να μην την κατανόησα τότε μιας και είδα και άλλα παιδιά να κάνουν μάθημα σε αυτή την τρώγλη, αλλά σίγουρα κάποιες άλλες μανάδες με μοναχοπαίδια ίσως θα μπορούσαν να καταλάβουν αυτά τα λόγια της. "Ούτε σε ιδιωτικό θα σε στείλω, δεν θέλω να βγει χαϊδεμένο το παιδί μου". Έτσι βρήκαμε (βρήκε) μια μέση λύση και γράφτηκα στην πρώτη δημοτικού στο δημόσιο σχολείο στο Λόφο Σκουζέ. Ήταν λίγο καλύτερο το κτήριο εκεί. Πρώτη μέρα στο σχολείο, η πρώτη μου δασκάλα, η κυρία Μαρία Ορφανουδάκη (απορώ πώς το θυμάμαι το όνομα), έσπευσε από την αρχή να μας πει περήφανα την καταγωγή της με ένα παράλληλο μάθημα γεωγραφίας: "ξέρετε από πού είμαι; ξέρετε ποιο είναι το μεγαλύτερο νησί στην Ελλάδα;" Κανένα παιδί δεν απαντούσε. Ήταν πολύ μικρά για γεωγραφία. Έλα μου ντε όμως που από μικρός είχα μανία με τους χάρτες και τους ξεψάχνιζα με όσα γράμματα είχα προλάβει να μάθω μέχρι τότε: "Η Κρήτη!" πετάχτηκα. Μόνο εγώ, κανείς άλλος. Είχα μπει στην προσοχή της από τότε. Σκαρφιζόταν ένα σωρό ιδέες να μας δώσει να καταλάβουμε τα πρώτα μας μαθηματικά: "Ξέρετε, κάποτε ήταν ένας γίγαντας, και επειδή ήταν πολύ μεγάλος, κατάφερε και πέρασε το εμπόδιο και μπήκε μέσα στο κάστρο, ενώ ο μικρός άνθρωπος έμεινε απέξω. Από τότε μας έμεινε και λέμε ότι οι μεγαλύτεροι αριθμοί μπαίνουν πριν από το σήμα > και οι μικρότεροι μετά." Ένα χρόνο κάθισα εκεί. Θυμάμαι τη σοβαρότητα της δασκάλας αυτής. Αντιμετώπιζε τα παιδιά σαν πρόσωπα. Και μεγαλώνω...

Η κρητικιά δασκάλα είχε κάνει καλά τη δουλειά της, και όταν μετακόμισα στο Περιστέρι, η δευτέρα δημοτικού μου φάνηκε παιχνιδάκι. Εκεί μάλιστα τους είπα τη συνήθεια της παλιάς μου δασκάλας από τον Κολωνό, που μας έβαζε και ζωγραφίζαμε χάρτες. Και αρχίσαμε κι εκεί να το κάνουμε αυτό. Ωστόσο από την Δευτέρα μέχρι και την Τετάρτη δημοτικού όλοι οι δάσκαλοι και οι δασκάλες που μας έτυχαν ήταν άθλιοι. Και αυτό τώρα γυρίζοντας πίσω το καταλαβαίνω. Η μια, βγάζοντας τα παπούτσια της πάνω στην έδρα, έπαιρνε αδιάφορα το βιβλίο μπροστά της και έκανε ανάγνωση, φωνάζοντας συνέχεια γιατί εμείς τα αχάριστα αγρίμια κάναμε φασαρία. Ο άλλος έφερνε κασσετοφωνάκι στην τάξη βάζοντας μουσική γιατί κάπου είχε ακούσει ότι αυτό ηρεμεί τα παιδιά. Αλλά ούτε και αυτό έπιανε. Κάποια άλλη ούρλιαζε και χτύπαγε στην έδρα ό,τι έβρισκε για να μας ηρεμήσει. Όλο πατέντες σκέφτονταν οι χαραμοφάηδες για να περάσει η ώρα χωρίς να τους ζαλίζουμε τα αυτιά και να τραβήξει ο καθένας για το σπίτι του. Κανείς τους όμως δεν σκέφτηκε να μας τραβήξει την προσοχή, να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον με την προσωπικότητά του. Μα γιατί κάνουν φασαρία τα παιδιά; Μα γιατί βρε ηλίθιοι σας βαριούνται δεν το έχετε καταλάβει; Αισθάνονται σαν λιοντάρια μέσα σε κλουβιά. Τα πιο έντονα που θυμάμαι από εκείνη την περίοδο είναι το ξύλο που έπαιζα στα διαλείμματα με τους νταήδες των άλλων τάξεων, τα σουτ που απέκρουα σαν τερματοφύλακας στο προαύλιο, και τις φορές που με έβγαζαν έξω από την τάξη κάποιες κομπλεξικές δασκάλες επειδή τύγχανε να ήμουν αρκετά ζωηρότερος από την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου που κουβαλούσαν στο αίμα τους. Δυστυχώς έχουμε χαθεί και με τους δύο κολλητούς παιδικούς μου φίλους, τον Διονύση και τον ξάδερφό μου τον Κώστα. Και να φανταστείτε ότι μένουμε σε τρία στενά απόσταση ο καθένας. Μαζί τρώγαμε τα γόνατά μας στα τσιμέντα, τα χώματα και τα οδοστρώματα είτε με τις τούμπες από τα ποδήλατα και τις εκτινάξεις που προσπαθούσαμε να κάνουμε, είτε με τα θεαματικά τάκλιν που προσπαθούσαμε να πάρουμε την μπάλα από τον αντίπαλο στο ποδόσφαιρο που παίζαμε με τις άλλες γειτονιές. Και μεγαλώνω...

Πέμπτη και έκτη δημοτικού καλός δάσκαλος. Ο Δημήτρης Λιβάς, νεαρός σε ηλικία, ασχολούταν (και ασχολείται ακόμα πιστεύω) πολύ με τα παιδιά και αγαπούσε τη δουλειά του. Έκανε θεούς τους καλούς μαθητές, έδινε κίνητρα στους λιγότερο δυνατούς. Σε όλους τραβούσε την προσοχή σε όλα τα μαθήματα. Είχε φτιάξει μια παρέα. Κανείς δεν έκανε φασαρία. Είχαμε κάνει μια συμφωνία. Εκείνος να ασχολείται μαζί μας, και εμείς με αυτόν. Έτσι απλά. Και με αυτόν τον τρόπο είχε πάντα τις πιο ήσυχες και αποδοτικές τάξεις του σχολείου. Και οι άλλοι οι ακαμάτηδες και οι ψoφοδεείς συνάδελφοί του πάντα τον ρωτούσαν πώς τα καταφέρνει. Οι ηλίθιοι νόμιζαν ότι είχε κάποιο μυστικό. Έγινα και σημαιοφόρος στην παρέλαση. Καλό παιχνίδι και τούτο. Ήμουν καλός σε όλα τα μαθήματα αλλά αγάπησα περισσότερο τα μαθηματικά τότε. Τα φιλολογικά μαθήματα τα θεωρούσα ότι μας υποβαθμίζουν σαν προσωπικότητες με κάτι ανιαρά κείμενα και εκθέσεις προς μελέτη. Με τα θρησκευτικά πάντα είχα μια απορία: τι θα κέρδιζα στην ζωή μου αν μάθαινα απέξω παραμύθια. Αργότερα κατάλαβα ότι εγώ δεν θα κέρδιζα τίποτα, αλλά άλλοι ήλπιζαν ότι θα κερδίσουν περισσότερα. Και μεγαλώνω...

9ο Γυμνάσιο Περιστερίου και 9ο Λύκειο. Αλλοι φίλοι, άλλες συνήθειες. Ένας καθηγητής πιάνει εντονότερα χώρο στη μνήμη μου. Είναι ο φιλόλογος Γεωργούσης (έχει πλάκα που δεν θυμάμαι το μικρό του). Μια ιερή μανία με τον Ελύτη και τον Γκάτσο με έκανε να εκτιμήσω κάποια λογοτεχνήματα που μέχρι τότε τα προσπερνούσα αδιάφορα. Και στην τελευταία τάξη μας αποχαιρέτησε: "Θα φύγετε ρε σεις, δεν θα σας ξαναδώ, 3 χρόνια σας έχω. Όπου και να πάτε να ξέρετε πώς πρέπει να αγαπάτε αυτό που κάνετε. Εγώ εδώ θα μείνω, δεν θέλω να πάω στο Λύκειο. Θέλω να προλαβαίνω νωρίς καταστάσεις... Προσέχτε: Μην σηκωθείτε ένα πρωί και βαριέστε να πάτε στη δουλειά σας. Ο,τι και να κάνετε. Και να το διεκδικείτε με αξιοπρέπεια. Με την αξία σας. Όχι με πλάγιους τρόπους. Να είστε καθαροί και να ξέρετε τι αξίζετε. Μην παρακαλάτε για τίποτα. Και αν δεν καταλαβαίνουν, ορμήξτε. Για εσάς είναι η ζωή.".

Εξακολουθούσα και ήμουν καλός στα μαθηματικά αλλά και σε όλα τα μαθήματα. Έπαιρνα επαίνους και γραπτούς και προφορικούς από όλους. Και στις ξένες γλώσσες τα ίδια και στο μπάσκετ τα ίδια. Μέχρι και σε μποξ πήγα για ένα χρόνο. Στο μπάσκετ έβαζα αρκετούς πόντους ως σέντερ σε όλες τις ομάδες που έπαιξα, από τους παμπαίδες μέχρι τα αντρικά και όλοι με ήξεραν στις τοπικές ομάδες, οι οποίες όλες τώρα πλέον δεν υπάρχουν. Είναι ωραία εμπειρία να παίζεις αγωνιστική σε ανοιχτό γήπεδο Γενάρη μήνα στο χιονισμένο βουνό της Πετρούπολης και να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Συναντώντας τον κυρ Λάκη τον έφορο από τα παλιά πρόσφατα μου εξήγησε ότι κανείς πλέον δεν ασχολείται με το μπάσκετ. Κρίμα...

Επίσης ασχολήθηκα αρκετά με τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και με τα πρώτα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ειδικά όταν πρωτοήρθε το internet απορούσα πώς μπορώ να κάνω chat με μια Jennifer από την Alabama τη στιγμή που είμαι στο δωμάτιό μου στο Περιστέρι. Κι έτσι την έψαξα περισσότερο. Μέχρι και "χακιεριές" έκανα εκμεταλλευόμενος τρύπες των windows 95 και 98 first edition με κάτι έτοιμα προγραμματάκια και έκλεινα τους υπολογιστές των άλλων από απόσταση και τους πέταγα κάτι τρομαχτικά μηνύματα στην οθόνη. Πλάκα είχε. Και μεγαλώνω...

Πρώτη Λυκείου πια. Δεν μπορούσε να πάει σε κανένα άλλο Λύκειο πέραν του Γενικού Λυκείου κάποιος που ήταν τόσο καλός μαθητής... Εκεί όμως τελείωσαν απότομα κάποια πράγματα. Το σχολείο όπως το ήξερα σταμάτησε για πάντα. Πλέον δεν είσαι ο μαθητής, είσαι ο υποψήφιος των πανελληνίων: "Λοιπόν, με πόσους από εσάς θα κάνω δουλειά φέτος;" μας ρώτησε στην τάξη η καθηγήτρια Φυσικής. "Πόσοι ενδιαφέρονται για τη φυσική;". Σήκωσα το χέρι κι εγω. Γιατί να μην με ενδιαφέρει η φυσική; Μαθητής του 19 ήμουν στο Γυμνάσιο και στη φυσική και στη χημεία και σε όλα τα μαθήματα. Τι να εννοούσε άραγε η καθηγήτρια πρώτη μέρα στο σχολείο; Υπάρχουν μαθητές δύο ταχυτήτων, εκείνοι που ενδιαφέρονται και εκείνοι που δεν ενδιαφέρονται; Και για τους δεύτερους η καθηγήτρια θα αδιαφορήσει; Μα κανονικά όλοι δεν έπρεπε να ενδιαφέρονται; Αργότερα και άλλοι καθηγητές είχαν αυτή τη νοοτροπία. Ξέκρινα με τον καιρό την αλήθεια και τα γεγονότα πίσω από αυτή τη φράση. Χωρίς η καθηγήτρια να μπει στον κόπο να εξηγήσει την αρχή διατήρησης της ορμής, πετάγονταν από κάτω κάποιοι μαθητές που την ήξεραν. Από πού; Από φροντιστήριο, από ιδιαίτερα, από κάπου αλλού. Πλέον αυτό δεν ήταν σαν την απάντηση "Κρήτη" στην ερώτηση της δασκάλας της πρώτης δημοτικού για το μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας, οπότε και έσπευσα να απαντήσω. Εδώ ήταν πιο πολύπλοκα τα πράγματα και ορισμένοι μαθητές ήταν καλά προετοιμασμένοι από την παραπαιδεία. Και οι καθηγητές το ήξεραν καλά και δεν έκαναν τον κόπο να τα εξηγήσουν αναλυτικότερα τα πράγματα: "ούτως ή άλλως τα κάνουν στο φροντιστήριο και στα ιδιαίτερα". Οδυνηρή πραγματικότητα και γίνεται ακόμα πιο οδυνηρή στην περίπτωσή μου καθώς δεν είχα κάποιον συγγενή ή μεγαλύτερο να με προϊδεάσει για το κλίμα του Λυκείου και για τις "πλάγιες πόρτες" του. Είναι σα να τρέχεις διακοσάρι με εμπόδια και ο αντίπαλός σου να είναι τίγκα στην αυξητική ορμόνη και εσύ να τρέχεις με καύσιμα κάτι λάχανα και μαρούλια. Αργησα να συνέλθω από αυτό το σοκ. Ενδεικτικό να αναφέρω ότι 19 είχα στα μαθηματικά στην τρίτη γυμνασίου, ενώ στην πρώτη λυκείου, στα μαθηματικά έβγαλα μετά βίας 11 και ενώ στο πρώτο τρίμηνο με είχε κόψει η καθηγήτρια με 9 στην Αλγεβρα! Τώρα βέβαια μπορεί να έγινα χαζός μέσα σε μερικούς μήνες. Λέτε να παίζει αυτό; Και μεγαλώνω...

Καθηγητές αδιάφοροι, καθηγητές ανειδίκευτοι, καθηγητές με ψυχολογικά προβλήματα σε όλη τη διάρκεια του Λυκείου παρέλασαν από μπροστά μου. Με τις μετέπειτα γνώσεις μου μπορώ να κρίνω ότι μερικοί έχρηζαν άμεσης ψυχιατρικής βοήθειας. Μα καλά έκαναν. Ποιός τους ελέγχει; Μια επετηρίδα τότε και ένας ΑΣΕΠ μετά είναι κριτήρια για το αν κάποιος θα μπει στην τάξη; Και ο Φόρεστ Γκαμπ ήταν πρωταθλητής στο ping pong στην ομώνυμη ταινία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τον βάλουμε να διδάξει και τα παιδιά μας. Μέσα σε αυτό το κλίμα παίρνω την απόφαση της ζωής μου: θα πάω τρίτη δέσμη. Δεν θέλω πια θετικές επιστήμες, δεν με έπεισαν οι καθηγητές μου στο Λύκειο και ούτε θέλω να γίνω σαν και δαύτους. Προετοιμάστηκα σαν είλωτας. Για πρώτη φορά στην ζωή μου πήγα φροντιστήριο στην Αθήνα, στην πλατεία Κάνιγγος. Τότε άρχισα να μετράω τον χρόνο σε λεπτά και δευτερόλεπτα, άρχισα να κόβω δραστηριότητες και να αφιερώνομαι εκεί. Διαγωνίσματα κάθε εβδομάδα, παπαγαλία τα πάντα και την εξαίρεση των εξαιρέσεων σε αρχαία, λατινικά και ιστορία. 8 με 12 το πρωι φροντιστήριο, 2 με 7 το απόγευμα σχολείο και διαγωνίσματα τα Σαββατοκύριακα. Ήξερα ότι ήταν πολυτέλεια για τη μη εύπορη οικογένειά μου να πηγαίνω φροντιστήριο, ακόμα και όταν όλοι σχεδόν πήγαιναν, και δεν ήθελα να αφήσω την ευκαιρία να πάει χαμένη. Αποκόμισα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. 170 σελίδες ιστορίας τις είπα απέξω σε 5 ώρες χωρίς να χάσω ούτε μια πρόταση, μία μέρα πριν δώσω πανελλήνιες. Το ίδιο και για το γνωστό των αρχαίων ελληνικών, το ίδιο και για τα λατινικά. Ναι, συμφωνώ ήταν παπαγαλία, ήταν ανάρμοστο για εκπαίδευση. Αλλά έτσι παιζόταν το παιχνίδι και ήξερα ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να περισσέψουν τίποτα εκατομμυριάκια για να σπουδάσω στην αλλοδαπή. Και έτσι δεν το έχασα το παιχνίδι, έγραψα και έγραψα καλά. Με την πρώτη πέρασα στη σχολή που ήθελα. Φιλοσοφίας, παιδαγωγικής, ψυχολογίας Αθήνας και μου περίσσεψαν και αρκετά μόρια μιας και πέρασα και σε καλή σειρά. Φιλόλογος σου λέει, αλλά όχι με τόσο στενή ειδίκευση όπως το κλασικό φιλολογικό τμήμα που δεν είχα βάλει στις προτιμήσεις μου. Η πιο ωραία ιδέα μου φάνηκε και τα κατάφερα, την ώρα που έβλεπα φίλους και γνωστούς να τα εγκαταλείπουν γιατί δεν άντεξαν στην πίεση. Και μεγαλώνω...

"Κύριε δεν μου λέτε, πού είναι η Φιλοσοφική;" ρώτησα έναν απέξω από το τεράστιο κτήριο της Φιλοσοφικής το οποίο και μου έδειξε γελώντας. "Πού γράφονται;" ρωτάω τον θυρωρό. "Σε ποια σχολή;" μου λέει. "Στη φιλοσοφική!" απαντάω. "Ναι, φυσικό είναι αλλά σε ποια από τις 13 σχολές της;" μου απάντησε κι εκείνος γελώντας. Τότε κατάλαβα ότι η φιλοσοφική δεν είναι τμήμα, αλλά κτήριο και ότι έπρεπε να πάω στη γραμματεία της Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας. Δέος, μόνο αυτή ήταν η λέξη που με χαρακτήριζε τότε. Μπήκα στο όνειρό μου, σε αυτό για το οποίο πάλευα συστηματικά τόσο καιρό με τόσο κόπο. Τώρα σκέφτηκα θα ανοίξουν ορίζοντες, θα συζητήσω με καθηγητές, θα κάνω εργασίες, θα γράψω άρθρα, θα κάνω έρευνα! Όλα αυτά που έβλεπα να κάνουν στις ξένες ταινίες οι φοιτητές. Φαντάζομαι ότι ήδη γελάτε, όσοι από εσάς έχετε ελληνική πανεπιστημιακή εμπειρία. Και όμως έτσι σκεφτόμουν τότε. Δεν ήξερα ότι θα σκότωναν όλα αυτά τα όνειρά μου οι περισσότεροι καθηγητάδες της Φιλοσοφικής σχολής. Έρευνα έκανα μόνος μου από το διαδίκτυο μιας και οι βιβλιοθήκες της σχολής ήταν αστείες. Πράγματα μάθαινα μόνος μου μιας και το μάθημά μας περιοριζόταν στην κιτρινισμένη διδακτορική διατριβή του διδάσκοντος από την εποχή της χούντας και πιο πριν. Κανείς καθηγητής δεν ζήταγε εργασία, ούτε καν διπλωματική δεν είχα. Κάποιοι καθηγητές ήταν εβδομήντα χρονών με εμφανείς τις παρενέργειες από το εγκεφαλικό τους επεισόδιο και εξακολουθούσαν να διδάσκουν στα αμφιθέατρα και να γίνονται περίγελος από τους φοιτητές. Κάποιοι άλλοι δεν θυμόντουσαν τον τίτλο του μαθήματος που έκαναν και ξεχνούσαν να έρθουν να μας εξετάσουν στα προφορικά.

Όταν πια απέκαμα, είπα ότι θα καθίσω να εργαστώ πάνω στη φιλοσοφία. Και ας μην μου έχει μάθει κανείς τον τρόπο. Θα το κάνω μόνος μου. Όπως έχω μάθει τόσα χρόνια. Και κάθισα. Έγραφα, έγραφα, έγραφα. Έφτασα 200 σελίδες ενός ανθολογίου που περιείχε τα φιλοσοφικά ρεύματα που με ενδιέφεραν περισσότερο και κάποιες δικές μου φιλοσοφικές απόψεις. Και λέω: "θα πάω να το δείξω σε έναν καθηγητή". Με το έτσι θέλω. Κανείς δεν μου ζήτησε ποτέ να γράψω εργασία και δεν μπορούσα παρά να την γράψω μόνος μου. Και ήθελα μια γνώμη. Ήθελα μια καθοδήγηση από κάποιον που ήξερε καλύτερα να μου πει απλά αν ήμουν στον σωστό δρόμο. Και επέλεξα έναν καθηγητή που εκτιμούσα περισσότερο από τους υπόλοιπους. Και προσπάθησα αρκετά και τον πέτυχα έξω από το γραφείο του: "Συγνώμη κύριε (...) είμαι φοιτητής σας. Έχω γράψει ένα πόνημα 200 σελίδων με δική μου πρωτοβουλία και θα ήθελα να μου πείτε μια γνώμη γιατί με ενδιαφέρει πραγματικά η φιλοσοφία και θα ήθελα να εργαστώ πάνω σε αυτή." "Ναι βεβαίως" μου απαντάει. "Πέρνα αύριο στις τάδε ώρα το μεσημέρι να το συζητήσουμε". Και πηγαίνω, και δεν ήταν εκεί. Και ξαναπηγαίνω και λέω πάλι τα ίδια για να πάρω την απάντηση: "Ωραία, και αν δεν έχω χρόνο;" Νομίζω ότι τα λόγια είναι περιττά σχετικά με την ψυχολογική μου κατάσταση εκείνη τη στιγμή. Δεν περίμενα να μου απλώσουν και χαλιά να πατήσω, αλλά τουλάχιστον ότι θα έπαιρνε στα χέρια του την εργασία μου έτσι για το γαμώτο ή έτσι για να δείξει ότι σέβεται την προσπάθεια ενός εργατικού άγνωστου φοιτητή, αυτό τουλάχιστον το περίμενα. Τότε άλλαξε η "ακαδημαϊκή" πορεία μου άρδην. Δεν δοκίμασα σε άλλους καθηγητές γιατί θυμήθηκα τα λόγια του φιλολόγου μου στο Γυμνάσιο: Με αξιοπρέπεια κατακτούμε, κανέναν δεν παρακαλάμε, πάντα πετυχαίνουμε τα πάντα με τη δουλειά μας και όχι με πλάγιους τρόπους. Και έτσι έγινε. Την εργασία την πήρα από τα υποψήφια βρωμόχερα που θα την έβαζαν στα συρτάρια τους και κατοχύρωσα ένα όνομα, το filosofia.gr και τα έκανα όλα μια ιστοσελίδα. Και έφτιαξα και μια κοινότητα επισκεπτών με την οποία επικοινωνούμε σήμερα. Και δεν έχασα. Γνώρισα άξιους και σημαντικούς ανθρώπους μέσα από αυτή την προσπάθεια και μου άνοιξαν νέοι ορίζοντες. Ίσως πρέπει να χρωστάω χάρη στον καθηγητή που πάτησε κάτω τις φιλοδοξίες και τα όνειρά μου. Και μεγαλώνω...

Για λίγο απέσπασα το ενδιαφέρον μου από τη σχολή, φοιτητής όντας, και ασχολήθηκα με την παλιά μου αγάπη, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και την τεχνολογία. Διάβασα, διάβασα, εργάστηκα μερόνυχτα και μελέτησα αντικείμενα όπως τη διαδικτυακή γραφιστική τέχνη, τη δομή και λειτουργία του διαδικτύου, την ευχρηστία και την προσβασιμότητα των διαδικτυακών εφαρμογών. Αυτή τη φορά χωρίς την τυπικούρα του Πανεπιστημίου. Ήξερα πλέον τι έπαιζε και δεν την ξαναπάταγα. Και ξεκίνησα από τότε μια επαγγελματική σταδιοδρομία ως ατομική επιχείρηση την οποία διατηρώ και μέχρι σήμερα, ακολουθώντας την πολύτιμη συμβουλή της αξιοπρέπειας και της σκληρής εργασίας. Από το δεύτερο έτος και μετά βαρέθηκα τη ζωή μου στη σχολή. Μόνο τις εξετάσεις πέρναγα και πήρα το πτυχίο στην ώρα μου. Μετά, όταν είχε στρώσει η δουλειά και είχα λύσει εν μέρει το επαγγελματικό και βιοποριστικό μου πρόβλημα, αποφάσισα για hobby να μπω και σε ένα μεταπτυχιακό της φιλοσοφίας. Ευτυχώς εκεί ήθελαν εξετάσεις, γραπτές και προφορικές. Δεν απαιτούσαν προσωπικές γνωριμίες. Αυτό ήξερα καλά να το κάνω και πέρασα με άριστα 10 στο μεταπτυχιακό της επιλογής μου. Και εκεί γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους με τους οποίους βρίσκομαι σε επαφή ακόμα και σήμερα διοργανώνοντας ενδιαφέροντα πράγματα, όπως το φιλοσοφικό καφενείο.

Δεν ξέρω πόσο θα προχωρήσω ακόμα και πού θα φτάσω. Όπως και κανείς από εσάς δεν ξέρει για τον εαυτό του τα ανάλογα. Ακόμα δεν είναι τίποτα ρόδινο. Τα πανεπιστήμια εξακολουθούν και σκοτώνουν τα όνειρα όσων πραγματικά ενδιαφέρονται για την επιστήμη. Ένας εργατικός φοιτητής δεν είναι αξιέπαινος, είναι ένας κακόβουλος ανταγωνιστής που χαλάει την πιάτσα. Καλός φοιτητής και αξιέπαινος είναι εκείνος που θα μας γλύψει περισσότερο, εκείνος που θα μας βοηθήσει στις δουλειές μας χωρίς να αμοιφθεί, εκείνον που τον πιάνουμε μαλάκα και τον κρατάμε δέκα χρόνια στη σχολή για θελήματα με την υπόσχεση ότι θα του δώσουμε διδακτορικό, ή τέλωσπάντων εκείνον που μας εξυπηρετεί σε κάτι. Δυστυχώς αυτό είναι το σύστημα και το γνωρίζετε καλά όσοι ασχολείστε με την τριτοβάθμια εκπαίδευση εκ των έσω. Δεν υπάρχει αντικειμενικότητα στα κριτήρια αυτά. Από ένα επίπεδο και έπειτα δεν παίζουν εξετάσεις, δεν μπορείτε να ανταγωνιστείτε επί ίσοις όροις. Πρέπει να ανταγωνιστείτε σχετικά με το ποιος είναι περισσότερο λαμόγιο από τον άλλον. Και θλίβομαι. Αλλά και πάλι ο δρόμος είναι ένας, αγώνας μέχρι τελικής πτώσης. Με τον δικό μου τρόπο, τον καθαρό και τον αξιοπρεπή. Στην αρχή σας είπα ότι στο δημοτικό σχολείο έπαιζα συχνά ξύλο με τους νταήδες από τις άλλες τάξεις. Και επειδή αρκετοί ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία και ενδόμυχα τους φοβόμουν, είπα να το ομολογήσω στη μάνα μου: "Ξέρεις μαμά, στο διάλειμμα πλακώνομαι μερικές φορές με κάτι άλλα παιδιά, αλλά μερικά είναι δυο τάξεις μεγαλύτερα και..." και τότε μου απαντά: "Ε και; Διστάζεις; Όσες φας και όσες ρίξεις. Μην φοβάσαι, τίποτα δεν μπορούν να σου κάνουν". Από τότε δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα γύρω μου. Με τη διαφορά ότι πλέον δεν υπάρχουν νταήδες δυο τάξεις μεγαλύτεροι. Όλοι μου φαίνονται στα μέτρα μου. Κάποτε ο Νίτσε είπε στον Ζαρατούστρα του ότι ο άνθρωπος διανύει 3 στάδια. Ξεκινάει σαν καμήλα, μετά γίνεται λιοντάρι και μετά καταλήγει μικρό παιδί. Και όμως, μεγαλώνω...

Π. Π.





  





© 2002-2013 filosofia.gr - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του.

Κατασκευη ιστοσελιδων