Ο δασκαλάκος βρέχεται


Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω. Σήμερα, όπως και πολλές άλλες ημέρες, θα δώσω κάποια χρήματα έναντι. Προεξόφληση ή προκαταβολή εικάζω. Για ποιο πράγμα; Εδώ και αρκετά χρόνια περιμένω κάτι που θα μου αλλάξει τη ζωή. Και είμαι αρκετά υπομονετικός. Η υπομονή αυτή είναι κάπως ιδιάζουσα. Δεν είναι από εκείνες που πρέπει να τελειώνουν. Για μένα δεν πρέπει τουλάχιστον. Μου μαθαίνει την αξία της διαδρομής και το κίβδηλο του δολώματος, το μπακιρένιο του στόχου. Αφού ξέρω ότι δεν υψώνομαι στον Υπεράνθρωπο, για τι λογής υπομονή μιλάμε; Δε νομίζω, είμαι σίγουρος. Είναι από εκείνες που σε κάνουν να νομίζεις ότι διαφέρεις. Αλλά πολλοί λένε ότι αυτό δεν έχει νόημα, γιατί μόνο εσύ το νομίζεις. Πρέπει να το νομίσουν και οι άλλοι. Σκέφτομαι και σωπαίνω. Μα αν το νομίσουν οι άλλοι, πώς είναι δυνατόν εγώ να διαφέρω; Όταν οι γνώμες των πολλών συμπίπτουν ως προς τη διαφορά μου, τότε η γνωμοδοσία τους μεταμορφώνεται σε κοινό τόπο. Και τότε δεν ξεχωρίζω. Είμαι ένας απλός, κοινός κανόνας, χωρίς ούτε καν μια εξαίρεση, χωρίς ούτε καν μια αχτίδα ιδιαιτερότητας. Εγώ λοιπόν το νόμιζα. Μάλλον μόνος μου.

Πολλοί άνθρωποι. Κρύβουν και τις ταμπέλες. "Στον κάτω όροφο κύριε" μια ευγενική υπάλληλος αποκρίνεται. Εδώ είμαστε. Αραίωσαν τα πράγματα και βλέπω ξεκάθαρα αυτό που ζητούσα: Αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς. Για μια στιγμή μου φάνηκε αστείο. Ανακάλεσα την εικόνα μιας γελοιογραφίας, ότι τάχα γύρω μου είχε λιακάδα και ότι ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου ήταν ένα μαύρο σύννεφο και άδειαζε τη μπόρα του. Μόνο σε μένα, σε δυο τετραγωνικά εμβέλεια. Και το δελτίο καιρού ερχόταν από το πουθενά και με στεντόρεια φωνή ανακοίνωνε: Ο καιρός σήμερα παραμένει αίθριος σε όλη τη χώρα. Πάνω από το κεφάλι του δασκαλάκου παρατηρούνται έντονες βροχοπτώσεις! Μα γιατί κάποιος δεν έρχεται σιμά μου; Επειδή θα βρέχει μάλλον και όλοι κάθονται στο υπόστεγό τους. Τα υπόστεγα αυτών έχουν και τις δικές τους ταμπέλες. Αλλού γράφουν αισθηματικές νουβέλες, αλλού παραφυσικά φαινόμενα, αλλού οδηγίες για ένα καλύτερο φενγκ σούι. Εκεί δεν πρέπει να βρέχει πάντως γιατί ο κόσμος σωρεύει κατά μιλιούνια. Δε βρέχεστε, έτσι; Εγώ είμαι στο ξέφωτο και βρέχομαι. Ξέφωτο; Τι μου θυμίζει άραγε αυτό; Α, ναι, ναι, θυμήθηκα! Εκείνος ο Γερμανός υπαρξιστής ο Χάιντεγκερ είχε ορίσει το Είναι ως Ξέφωτο! Τι σύμπτωση! Περιδιαβαίνεις το πυκνό, ανήλιαγο δάσος της ύπαρξης γεμάτος αγωνία, και στο τέλος; Μήπως βρίσκεις ξαπόσταμα στο ξέφωτο; Αν είσαι ανδρείος, αν έχεις πάθος, αν είσαι περίεργος, αν αν αν... τότε ΝΑΙ! Το ξέφωτο σου αξίζει. Το κέρδισες με το σπαθί σου. Ναι, δεν εξαπατώμαι, αυτά είπε ο Γερμανός! Επομένως; Το ότι βρέχομαι, είναι σημάδι ότι είμαι στο ξέφωτο. Τους άλλους τους σκεπάζουν είτε οι πλατιές φυλλωσιές, είτε τα πρόχειρα παραπήγματα. Δεν θα δουν ποτέ ουρανό οι κακόμοιροι. Ποτέ τους δεν θα νιώσουν κατάσαρκα τη δροσιά της αμόλυντης βροχής μου. Νομίζουν ότι η βροχή είναι εχθρός τους. Νομίζουν ότι θα αρρωστήσουν. Μα έτσι είναι. Αυτοί είναι ο κανόνας, ο κοινός τόπος. Εγώ είμαι η εξαίρεση.

Δε μπορούσα να φύγω από το βιβλιοπωλείο άπραγος. Σιμά μου καθόταν ένας καθωσπρέπει ηλικιωμένος κύριος, με αυστηρό ύφος και κοστουμαρισμένο σουλούπι. Κρατούσε ένα πλουμισμένο βιβλιοδέτημα, βιβλίο λέει εκείνος. Ο τίτλος διακρίνεται και λέει: "Οι έρωτες της Δούκισσας στο σουλτανάτο του Αλή". Με συγκαταβατικό ύφος του γνέφω λέγοντας: "Πολύ βαθυστόχαστο το συγκεκριμένο πόνημα κύριε. Τελικά η νεοελληνική λογοτεχνία είναι σε άνθιση έτσι;" Δυο τρεις κυριούλες πιο πέρα άκουσαν το λόγο μου και συμφώνησαν κουνώντας το κεφάλι τους καταφατικά. Και αυτές το ίδιο βιβλίο πρέπει να κράταγαν. Ο κύριος μου απάντησε με ύφος περισπούδαστο: "Βέβαια, στο προτείνω και σένα νέε μου. Αυτές οι ιστορίες πάντοτε συμβαίνουν και συγκινούν το αναγνωστικό κοινό." Μάλιστα. Και συνεχίζω ελαφρώς μεγαλοφώνως: "Αυτοί οι έρωτες κατά την εποχή που περιγράφονται ήτο παρά φύσιν ή κανονικοί; Εννοώ ο Αλής εισχωρούσε το πέος του εις τον πρωκτόν της Δούκισσας άνευ λιπαντικού; Θα ήθελα και τη γνώμη σας κυρίες μου. Εσείς πώς θα επροτιμούσατε να επηδιόσαστο από τον Αλή;" Νομίζω διέκρινα μια παγωμάρα στα βοδινά βλέμματά τους. Κανείς δεν γελούσε, ούτε εγώ που διετύπωσα την ερώτηση με άκρατη σοβαροφάνεια. Νομίζω ότι ο ηλικιωμένος κύριος περιήλθε σε μια ελαφράς μορφής σκοτοδίνη και με την άκρη του ματιού μου διέκρινα και μια κυριούλα να φτύνει στον κόρφο της. Έπειτα σηκώθηκα. Κρατώντας τον Αναξίμανδρο και τον Εμπεδοκλή ανά χείρας πήγα στο ταμείο. Πλήρωσα, αλλά ήταν έναντι. Προεξόφληση ή προκαταβολή εικάζω. Για κάτι που ακριβώς δεν ξέρω. Η υπομονή κάνει τους Υπερανθρώπους, και η βροχή συνάμα.





  





© 2002-2013 filosofia.gr - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του.

Κατασκευη ιστοσελιδων